Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024

Σ’ ΑΓΑΠΗΣΕ…

Σ’ ΑΓΑΠΗΣΕ…

5/11/24

Έτσι νομίζω για ‘σένα, καρδιά μου,

έτσι νομίζω ότι τα χέρια σου

είναι μια φυλακή,

τα λόγια σου ένα ποτάμι χαράς

και τα πράσινα μάτια σου φορτωμένα

μ’ ηλιαχτίδες.

Αχ, να μπορούσα να σε κρατούσα

για πάντα στην αγκαλιά μου,

να σ’ είχα κρυμμένη, δεμένη στο χέρι

σαν ένα δώρο ζωής.

Νομίζω η συντροφιά της νύχτας,

η μοναξιά

θα με γλυτώσουν απ’ τα όνειρα

κι ο ύπνος θα με κάνει να ξεχάσω

στην αληθινή ζωή.

Αγναντεύω την εικόνα σου,

κλειστά βλέφαρα, κλειστά όνειρα,

απατηλές σκέψεις, πληγωμένες,

διωγμένες,

κι ο έρωτας παρακεί ζητιάνος.

Ζητά το δικό του κάδρο,

εκεί μέσα το μόνο αληθινό,

αυτό που ‘σαι κι εσύ μέσα.

Αλλιώς, ναι αλλιώς, το ευλογημένο κρύο

ας αγκαλιάσει το κορμί μου για πάντα,

μέσα στη θαλπωρή

της χριστουγεννιάτικης νύχτας,

μες στα θολωμένα από το χιόνι φώτα,

τα τελευταία φώτα 

ας ραγίσουν

μέσα στη σκέψη

κι ας με οδηγήσουν 

στον κρυφό

θάνατο της ελπίδας.

Πόσο σ’ αγαπώ,

γδέρνω τα όνειρα του έρωτα

στα βράχια της θλίψης,

όταν με καλείς να μου πεις

ότι μ’ αγαπάς

κι ότι ο λάθος χρόνος μας χωρίζει.

Μέσα μου απελπισμένες φωνές

καλούν τη μοίρα

και μιλούν για το παρελθόν

και το μέλλον,

καλώντας τις νεράιδες

να δείξουν έλεος

σ’ αυτή τη ζωή να μου πάρουν

την ανάσα

όσο πιο γρήγορα μπορούν

και να με ξυπνήσουν

κοντά σου, στο παρελθόν 

ή στο μέλλον.

Να ‘ξερες ότι η δύναμή σου,

το κορμί σου,

τόσο ατσαλένιο, 

τόσο σκληρό,

μα και τόσο αγγελικά πλασμένο,

μέσα στην αγκαλιά μου ξύπνησε

τη στοργή και τη θλίψη 

μιας ακόμη ζωής.

Πιότερο να κοιμηθώ 

και να μην ξυπνήσω,

έρωτά μου, παρά να ζω δάκρυ δάκρυ

αυτή τη συμφορά μου.

Μακάρι να ‘ταν τα ξενύχτια ατελείωτα

και τα γράμματα λουλούδια

να σε περιμένουν κάθε μέρα,

μακάρι τα χρώματα του ήλιου και της σελήνης

να σου ζωγράφιζαν 

τον έρωτα,

μακάρι να ξυπνούσα κοντά σου τα πρωινά

και να ‘βλεπα το δικό σου χαμόγελο δικό μου,

τα δικά σου μάτια 

με τα μάτια μου

και ν’ άκουγα τη θεϊκή σου φωνή

να μου μιλάει 

για την αγάπη μας,

προτού ο έρωτάς μας τυλίξει

μες σε σεντόνια του πάθους.

Μακάρι να μπορούσα 

να περάσω

απ’ τα σύννεφα μαζί σου

και να καλπάζω προς τα άστρα,

χωρίς όρια,

μόνο ψάχνοντας 

το δηλητήριο

του έρωτα,

να στο έδινα για να ‘μουν σίγουρος

ότι δεν θα μ’ αφήσεις ποτέ,

δεν θα με ξεχάσεις ποτέ,

και να σε κάνω να θυμηθείς

ότι αν και σ’ αυτή τη ζωή 

δεν σε γνώρισα,

δεν είναι αργά ακόμη 

και τώρα,

γιατί μου χρωστάει τόσα πολλά

απ’ τις προηγούμενες ζωές.

Τα θέλω όλα τώρα, 

καρδιά μου,

σ’ αγαπώ.

Πόσα μαγεμένα παραμύθια να πω;

Πόσα ποιήματα να γράψω 

για ‘σένα;

Πόσο να δαμάσω 

με την ψυχή μου

τη ζωή σου,

όταν ξενυχτώ μακριά σου

κι όταν τα ερωτικά μου τραγούδια σκορπούν

μέσα στ’ αστέρια 

της νύχτας, απελπισμένα;

Μείνε κοντά μου,

μες στα μαγικά πρωινά 

για πάντα,

κάνε δική σου την λαβωμένη μου καρδιά

και γιάτρεψε τα όνειρα 

που καίγονται

μακριά σου.

Όλο το κορμί μου φωτιές 

που το καίνε,

παλεύει για να μην σ’ αφήσει να πάρεις

τη ζωή σου μακριά.

Να ξέρεις, 

όταν δεν θα υπάρχω,

το χαμόγελό σου θα με ξυπνά

ανήσυχα από τον θάνατο,

μες στα κρύα όνειρα, 

και θα μου λέει

σ’ αγάπησε…

Ποίηση 

Σωτήρης Σπηλιώτης

Έργο

Salvatore


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Ο ΠΑΛΙΟΣ ΧΡΟΝΟΣ 31/12/24 Σ’ αγαπώ σαν μια στιγμή   να μην έχασα, ούτε τα όνειρά μου   κι ας δεν έφτασα. Τώρα το ξέρω,   πονάει η ψυχή, που δ...